20/2/2000 Πόσο κινδυνεύουν τα ποτάμια μας από τη ρύπανση

Η μόλυνση από βιομηχανικά λύματα και φυτοφάρμακα. Τι λένε οι ειδικοί, τι επισημαίνουν οι έρευνες
Πόσο κινδυνεύουν τα ποτάμια μας από τη ρύπανση
Τι δείχνουν οι μετρήσεις στις λίμνες και στα υπόγεια ύδατα ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΠΙΤΣΙΚΑ - ΜΑΧΗ ΤΡΑΤΣΑ Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2000

Μετά τη διαρροή κυανίου στον ποταμό Δούναβη και τις καταστροφικές επιπτώσεις στο οικοσύστημα των χωρών που διασχίζει ως και τη Μαύρη θάλασσα, έγινε ξεκάθαρο για μία ακόμη φορά ότι η ρύπανση δεν έχει σύνορα. Μπορεί η χώρα μας να μην επηρεάζεται από την πρόσφατη οικολογική καταστροφή στην Ανατολική Ευρώπη, όμως καθώς οι περισσότεροι ποταμοί μας πηγάζουν από γειτονικές χώρες, αναπτυσσόμενες και μαγνήτες βιομηχανικών επενδύσεων, είναι πιθανόν ­ αν δεν υπάρξουν ασφαλείς όροι προστασίας του περιβάλλοντος ­ να αντιμετωπίσει και η χώρα μας ανάλογα προβλήματα ρύπανσης. Ηδη λίμνες και ποτάμια μας υφίστανται εκτός από τις εγχώριες, κυρίως «εισαγόμενες» πηγές ρύπανσης. Τα επιφανειακά ύδατα στην Ελλάδα, σύμφωνα με μετρήσεις, είναι καλύτερης ποιότητας από της Ευρώπης, αλλά έχει διαπιστωθεί ότι οι ρύποι έχουν αυξηθεί σε σχέση με τη δεκαετία του '80. «Εμείς κινδυνεύουμε διότι έχουμε πολλά διασυνοριακά ποτάμια, που διασχίζουν χώρες στα βόρεια σύνορά μας. Αν δεχτούμε ότι αυτές αποτελούν πόλο έλξης ρυπογόνων βιομηχανιών, θα σημάνει αυξανόμενη ρύπανση στα ποτάμια» επισημαίνει ο πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Διαχείρισης Υδατικών Πόρων, καθηγητής ΕΜΠ κ. Γιώργος Τσακίρης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών, τα προβλήματα ρύπανσης του υδατικού δυναμικού θα λάβουν τεράστιες διαστάσεις στο μέλλον. Υπολογίζεται ότι σε 50 χρόνια από τώρα ο πληθυσμός της Γης θα φθάσει τα 10 δισ., κάτι που σημαίνει ότι πρέπει να πολλαπλασιασθεί η βιομηχανική δραστηριότητα κατά 25 φορές ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες. Αυτό σημαίνει πίεση στα υδατικά συστήματα αλλά και εφόσον υπάρχει πίεση για παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, πολλές εταιρείες θα διώξουν τις ρυπογόνες βιομηχανίες προς αναπτυσσόμενες χώρες ή περιοχές χαμηλού κόστους. «Τα μεγαλύτερα ποτάμια της Βόρειας Ελλάδας πηγάζουν από άλλες χώρες. Σύμφωνα με προγράμματα που έγιναν κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, συγκρινόμενα με στοιχεία της δεκαετίας του '80, δείχνουν σημαντική επιβάρυνση σε ρύπους τη δεκαετία του '90 στους ποταμούς, π.χ. επί τα χείρω η ρύπανση στον Αξιό». Αυτό προκύπτει από στοιχεία που έχουν συλλεχθεί και παρουσιασθεί σε επιστημονικές συναντήσεις της Ελληνικής Επιτροπής Διαχείρισης Υδατικών Πόρων. Παρά την αποσπασματικότητα των μετρήσεων και παρ' όλο που η ρύπανση είναι έντονα εποχικό φαινόμενο, η κατάσταση χειροτερεύει, όπως λέει ο καθηγητής. Ωστόσο τονίζει ότι οι ποταμοί της Βόρειας Ελλάδας σε σχέση με τους ποταμούς της Βόρειας Ευρώπης είναι σε καλύτερη κατάσταση, κάτι που εξηγείται από το ότι δεν έχουμε ούτε εμείς ούτε οι γείτονές μας έντονη βιομηχανική ρύπανση.
Υπάρχουν σημεία που γίνονται μετρήσεις παραμέτρων ποιότητας του νερού όπως διαλυτό οξυγόνο, BOD5, θερμοκρασία, pH, ηλεκτρική αγωγιμότητα, ολικά διαλυτά στερεά, νιτρικά, νιτρώδη, ολική αλκαλικότητα, γεωργικά φάρμακα κ.ά. Ο Αξιός δέχεται μεγάλη ρύπανση από τη Fyrom, αστικά απόβλητα, σημαντικό φορτίο βιομηχανικών αποβλήτων και υψηλές συγκεντρώσεις ρύπων που δείχνουν «εισαγόμενη» ρύπανση από γεωργικά φάρμακα. Ο Αξιός καθώς βγαίνει προς τη θάλασσα ενισχύεται σε ρύπους γεωργικών φαρμάκων (επιβάρυνση από εγχώριες πηγές ρύπανσης). Κατά τη ροή του στο ελληνικό έδαφος, η ρύπανση του Αξιού σε γεωργικά φάρμακα γίνεται κατά πάσα πιθανότητα μέσω υπόγειας στράγγισης της αγροτικής γης, μιας και δεν υπάρχουν στραγγιστικά δίκτυα σε συγκεκριμένες περιοχές.
Μάλιστα, όπως τονίζει ο κ. Θεμιστοκλής Κουιμτζής, καθηγητής στο Χημικό Τμήμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης «μικρές αυξομειώσεις των βαρέων μετάλλων παρατηρούμε στον Αξιό, γεγονός που αποδίδεται στη βιομηχανική δράση των Σκοπίων, η οποία ακόμη δεν είναι μεγάλη. Δεν ξέρουμε όμως τι πρόκειται να συμβεί αν σε λίγα χρόνια αναπτυχθεί η βιομηχανία των γειτονικών χωρών. Εντονο είναι το πρόβλημα της λίμνης του Αγίου Βασιλείου, η οποία ουσιαστικά καταστράφηκε από την αμέλεια της πολιτείας να λάβει κάποια μέτρα. Από τις μετρήσεις που κάνουμε στο ΑΠΘ ­ μετράμε 45 παραμέτρους στα ποτάμια της Βόρειας Ελλάδας ­ προκύπτει ότι οι λίμνες και τα ποτάμια της χώρας μας είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση από ότι τα εσωτερικά νερά των ευρωπαϊκών χωρών».
* Η επιβάρυνση του Εβρου
Ο Εβρος, σύμφωνα με στοιχεία που έχει συλλέξει η Ελληνική Εταιρεία Υδατικών Πόρων, φαίνεται να έχει τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις αζώτου, φωσφόρου κ.ά. από όλα τα ποτάμια της Βόρειας Ελλάδας. Η μεγαλύτερη επιβάρυνση γίνεται από εισαγόμενη ρύπανση, παρά το ότι έχει τα ίδια κλιματολογικά στοιχεία με τα υπόλοιπα ποτάμια. Είναι ένα τριεθνές ποτάμι, το οποίο περνώντας από Βουλγαρία, Τουρκία και Ελλάδα δέχεται αστικά λύματα, βιομηχανικά απόβλητα και απορροές από καλλιέργειες. Στο ανατολικό Δέλτα του Εβρου έχουμε σύστημα ποτάμιας ρύπανσης που εξαρτάται κυρίως από την εποχική διακύμανση της παροχής του ποταμού, τη μεταφορά ρύπων αλλά και τις τοπικές δραστηριότητες (κτηνοτροφία), ενώ στο δυτικό Δέλτα επηρεάζεται η ποιότητα των επιφανειακών νερών από τοπικές πηγές (κτηνοτροφία, γεωργία).
Οι διασυνοριακοί υγρότοποι, όπως ο Εβρος και η Μικρή Πρέσπα, αντιμετωπίζουν επιπλέον πρόβλημα, αφού η διαχείρισή τους εξαρτάται και από τα τα γειτονικά κράτη. «Για τις περιοχές αυτές η κατάσταση παραμένει ρευστή, αλλά υπάρχει μια συμφωνία με τη Βουλγαρία, η οποία αφορά τον Στρυμόνα και τη λίμνη Κερκίνη» λέει η κυρία Παναγιώτα Μαραγκού από το WWF Ελλάς.
«Σε Στρυμόνα, Νέστο, Αρδα και Αλιάκμονα έχουν ανιχνευθεί υπολείμματα γεωργικών φαρμάκων που χρησιμοποιούνται ευρέως αλλά δεν ξεπερνούν, σύμφωνα με τις μετρήσεις, τα ανώτατα επιτρεπτά όρια που επιβάλλει η κοινότητα» επισημαίνει ο καθηγητής κ. Τσακίρης.
* Τα φυτοφάρμακα στην Πελοπόννησο
Στην Πελοπόννησο, ο ποταμός Πηνειός «ταλαιπωρείται» από την εντατικοποίηση της γεωργίας και την υπερβολική χρήση φυτοφαρμάκων, ενώ η συνεχώς αυξανόμενη αστικοποίηση της γύρω περιοχής επηρεάζει αρνητικά τα επιφανειακά γλυκά νερά. Πάντως, όπως δήλωσε στο «Βήμα» ο κ. Κίμων Χατζημπίρος, επίκουρος καθηγητής Οικολογίας στον Τομέα Υδατικών Πόρων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, το θετικό όσον αφορά την κατάσταση των υδατικών πόρων της χώρας μας είναι ότι «η Ελλάδα έχει πολλές λεκάνες απορροής, οπότε η ρύπανση περιορίζεται. Αντίθετα στην Ευρώπη, ένας ποταμός (όπως π.χ. ο Δούναβης) μπορεί να διασχίζει τη μισή ήπειρο οπότε η ρύπανση μεταφέρεται. Τα ελληνικά ποτάμια και οι λίμνες της χώρας μας βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Αρκεί να σημειωθεί ότι υπάρχουν 78 είδη αυτοχθόνων ψαριών ­ τα μισά από αυτά είναι ενδημικά ­ και 40 ενδημικά υποείδη».
Στην Αττική, το Δέλτα του Ασωπού θεωρείται σημαντικός υγρότοπος και ενδιάμεσος σταθμός μεταναστευτικών πουλιών. Στην ευρύτερη περιοχή Οινοφύτων-Σχηματαρίου είναι εγκατεστημένες 350 περίπου βιομηχανίες (μεταξύ τους και πολλές χημικές), που ρίχνουν τα απόβλητά τους στον Ασωπό, κατά το πλείστον χωρίς επεξεργασία βιολογικού καθαρισμού, όπως επεσήμανε σε σχετική ερώτηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το 1998, ο ευρωβουλευτής κ. Μιχάλης Παπαγιαννάκης. Η ζώνη αυτή βέβαια δεν έχει ταξινομηθεί ως ειδική ζώνη προστασίας στο πλαίσιο της οδηγίας σχετικά με τα πουλιά ούτε έχει περιληφθεί στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο «Φύση 2000». Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω της κυρίας Bjerregaard στις 13.7.98 απάντησε ότι εξετάζει το πρόβλημα της ρύπανσης στην περιοχή και μάλιστα δήλωσε ότι με επιστολή της προς την ελληνική κυβέρνηση θα ζητήσει πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί για να αποφευχθεί οιαδήποτε περαιτέρω ρύπανση του Ασωπού ποταμού.
Σύμφωνα με τον κ. Αυγουστίνο Αναγνωστόπουλο, καθηγητή Ανόργανης Χημείας στην Πολυτεχνική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης «το μεγαλύτερο πρόβλημα έχει ο Αξιός ­ όπως και τα άλλα διασυνοριακά ποτάμια. Ο Αλιάκμονας έχει πρόβλημα αμιάντου, αλλά μπορεί να βελτιωθεί. Οσο για τις λίμνες, σε απελπιστική κατάσταση βρίσκεται η λίμνη του Αγίου Βασιλείου του Λαγκαδά, η οποία αφενός στερεύει και αφετέρου υφίσταται ρύπανση από τα απόβλητα των γειτονικών βιομηχανιών».
* Τα ευάλωτα οικοσυστήματα
Οι τρεις από τις μεγαλύτερες ελληνικές λίμνες έχουν σύνορα με γειτονικές χώρες, ενώ άλλες εννέα με έκταση μεγαλύτερη των 15 τετραγωνικών χιλιομέτρων υπάρχουν στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα (δύο στη Νότια Ελλάδα). Μετά το 1960 έχουν κατασκευασθεί πολλές τεχνητές λίμνες στον Μόρνο, στον Ταυρωπό, στον Αραχθο, στον Αώο, στον Αχελώο και στον Αλιάκμονα. Οι λίμνες είναι τα πιο ευάλωτα οικοσυστήματα. Οι περισσότερες στην Ελλάδα θεωρούνται ευτροφικές και μόνο οι βαθιές μπορούν να χαρακτηρισθούν ολιγομεσοτροφικές. Σύμφωνα μάλιστα με μελέτη του 1997 των κκ. Κ. Χατζιμπίρου, καθηγητή Οικολογίας του ΕΜΠ, Π. Σ. Οικονομίδη, καθηγητή στο ΑΠΘ και Θ. Κουσσουρή από το Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών, ο συσχετισμός μεταξύ της ρύπανσης των νερών και της κατάστασης του πληθυσμού των ψαριών είναι προφανής σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο από την άλλη μεριά δεν είναι επαρκής η εξήγηση μιας τόσο σημαντικής περιβαλλοντικής επίδρασης από τον αριθμό των ψαριών. Σε ορισμένα ποτάμια αποδεικνύεται ότι υπάρχει ευτροφισμός των νερών σε συνεχή ή περιοδική βάση. Το ίδιο συμβαίνει και σε ορισμένες λίμνες όπου επίσης παρατηρείται και συγκέντρωση βαρέων μετάλλων.
Μεγάλες λίμνες που φαίνεται να είναι αποδέκτες λυμάτων αλλά και γεωργικών αποβλήτων είναι η Βιστωνίδα, η Ορεστιάδα, η Παμβώτιδα και η Κορώνεια. Η Υλίκη δεν έχει ρύπανση. Σύμφωνα με το ελληνικό γραφείο WWF, η εναπόθεση οικιακών και βιομηχανικών αποβλήτων καθώς και η αποστράγγιση τμημάτων υγροβιότοπων, όπως στη Βιστωνίδα, προκαλούν αλλαγή του τοπίου τους. Στη λίμνη Κορώνεια η ποιότητα των νερών χειροτερεύει λόγω των βιομηχανικών εκροών και αγροτικών δραστηριοτήτων, αλλά και εξαιτίας της μείωσης της στάθμης των υδάτων.
Προβλήματα παρουσιάζουν και τα υπόγεια νερά. Σε σύνολο 240 γεωτρήσεων πόσιμου νερού στη Βόρεια Ελλάδα, όπου έγιναν μετρήσεις (15 γεωτρήσεις στην Πιερία, 18 γεωτρήσεις στην Ημαθία, 15 στον Λαγκαδά, 142 στη λεκάνη του Αξιού, 15 στην Καβάλα, 15 στις Σέρρες, 20 στην Ορεστιάδα), το 20% (47 γεωτρήσεις) παρουσίαζε ρύπανση από γεωργικά φάρμακα που ξεπερνούσε το ανώτατο επιτρεπτό όριο της Κοινότητας. Οι συγκεντρώσεις σε νιτρικά και γεωργικά φάρμακα ήταν πολύ υψηλές. «Αυτά αφορούν έρευνες πενταετίας 1992-1995 του Εργαστηρίου Γεωργικών φαρμάκων του ΑΠΘ, που έχουν ανακοινωθεί σε επιστημονικές συναντήσεις» σημειώνει ο κ. Γιώργος Τσακίρης.

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=75&artid=119468&dt=20/02/2000